Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Χέλερ Άγκνες, Η δίκη- Άιχμαν δεν έχει τέλος

Χέλερ Άγκνες, Η δίκη- Άιχμαν δεν έχει τέλος

Μετάφραση Θανάσης Βακαλιός

(Heller Agnes, Az Aichman- pernek nincsen vége)

  Κάποτε, στα νιάτα μου, πριν από 50 χρόνια, περίπου, είχα δημοσιεύσει ένα δοκίμιο σε ένα λογοτεχνικό περιοδικό με τον τίτλο Η δίκη της Νυρεμβέργης δεν έχει τέλος. Σήμερα, μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, νομίζω ότι και η δίκη- Άιχμαν δεν έχει τέλος.

Ανάμεσα στα πολλά υβριστικά αντισημιτικά SMS τα οποία συστηματικά φτάνουν στο κινητό τηλέφωνό μου, ένα από αυτά τράβηξε ιδιαίτερα την προσοχή μου: «Αν ο Χόρτυ σας γνώριζε, είναι βέβαιο ότι δεν θα σταματούσε τα τραίνα! Και θα είχε δίκιο!».  Προφανώς ο αποστολέας αυτού του κειμένου  δεν αρνείται το ολοκαύτωμα. Το κείμενό του μοιάζει με ένα μέρος της δήλωσης του Άιχμαν που πρόσφατα δημοσίευσε το περιοδικό Der Spiegel. Σε συνέντευξη που του πήραν στο Μπουένος Άιρες ο Άιχμαν εξέφρασε τη λύπη του  που άφησε ανολοκλήρωτη τη δουλειά του. Σήμερα, μετά από περισσότερα από 50 χρόνια, υπάρχουν  πολλοί που συμμερίζονται τη λύπη του Άιχμαν ο οποίος άφησε  ανολοκλήρωτο το έργο του.
Αφετηρία για την αποτίμηση του φαινόμενου Άιχμαν από ένα φιλόσοφο  εξακολουθεί να είναι το βιβλίο της Άννα Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ και η δριμύτατη συζήτηση που ακολούθησε, συμπεριλαμβανημένων και των απαντήσεων  της Άρεντ στα ερωτήματα του Samuel Grafton, καθώς και  της συνομιλίας  της με τον Thilo Koch. Από την πρώτη ανάγνωση του βιβλίου της δεν είχα καμιά αμφιβολία  ότι η Άννα Άρεντ είχε παρερμηνεύσει της φιγούρα- Άιχμαν, καθώς και  ότι οι αμφιλεγόμενοι φιλοσοφικοί διαλογισμοί της  για τον κακούργο ήταν απόρροια αυτής της παρερμηνείας. Οι κριτές της αναζήτησαν την πηγή αυτής της παρερμηνείας γενικά στο πολιτικά κίνητρα του Άιχμαν. Χωρίς να αρνούμαι αυτά τα κίνητρα εγώ θα  προτιμούσα να μιλήσω  για τα φιλοσοφικά κίνητρα, πολύ περισσότερο που αυτά έπαιξαν βασικό ρόλο στο σκεπτικό της Άρεντ. Το πρόβλημα του κακούργου είναι ένα από τα βασικά φιλοσοφικά και θρησκειολογικά προβλήματα- ίσως είναι και θεολογικό πρόβλημα. Γενικά, υπάρχει κακούργος; Αν ναι τότε ποια είναι η σχέση ανάμεσα  στο κακούργημα  και τον κακούργο; Μπορεί να γίνει λόγος για ριζοσπάστη κακούργο ή για ακραίο (extrém) κακούργο; Είναι αναγνωρίσιμος ο κακούργος, και αν ναι, από τι; Είναι ο κακούργος δαιμονικός; Τι σημαίνει η δυνατότητα ελεύθερης επιλογής; Πότε έχουμε δικαίωμα επιλογής και πότε δεν έχουμε αυτό το δικαίωμα; Αργότερα η Άρεντ προσπάθησε να εξηγήσει γιατί είχε μιλήσει  για την πεζότητα (banalite) του κακούργου. Αν κάτι είναι μπανάλ, γράφει, αυτό δε σημαίνει ότι είναι τιποτένιο (trivial).Χρησιμοποιώντας τη λέξη μπανάλ θέλησε να πει ότι ο κακούργος δεν είναι δαιμονικός, ότι δεν υπάρχει σ’ αυτόν μεγαλοσύνη, ότι μόνο στην πράξη του καλού μπορεί να υπάρξει μεγαλοσύνη.    Θα πρόσθετα ότι αυτό το σκεπτικό της Άρεντ προσιδιάζει σε μια φιλοσοφική παράδοση που έχει την προέλευσή της στον Πλωτίνο και σε πολλούς χριστιανούς φιλοσόφους που τον ακολούθησαν. Κατά την άποψή τους το κακούργο, το κακό δεν υπάρχει. Μιλούν μόνο για τη έλλειψη του καλού, μιας και ο Θεός δεν μπορούσε να δημιουργήσει το κακό, το κακούργο. Αν και  το χέρι της Άρεντ δεν το είχαν οδηγήσει θεολογικοί διαλογισμοί, ωστόσο δεν μπορεί να μείνει απαρατήρητη η φονική ειρωνεία της Γκόλντα Μέγιερ, στην οποία η Άρεντ αναφέρεται, η οποία είπε ότι δεν πιστεύει στο Θεό, αντίθετα πιστεύει στο λαό των Εβραίων. Και ήταν αυτό, πράγματι, μια βλασφημία. Στο θρησκευτικό φιλοσοφικό ερώτημα που θέτει η Άρεντ, όπως και άλλοι, έχει απαντήσει ο Λάιμπνιτς, λέγοντας: Ναι, υπάρχει το κακό στον κόσμο, παρότι ο Θεός έχει φτιάξει το δυνατά καλύτερο κόσμο. Επειδή εκεί που δεν υπάρχει η δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό, εκεί δεν υπάρχει ελευθερία.   Ένας κόσμος χωρίς ελευθερία  θα μπορούσε να είναι χειρότερος από το δικό μας. Δυο κακά θα μπορούσαν να συμβούν με τον άνθρωπο, πρόσθεσε ο Λάιμπνιτς: Το ένα το προκαλεί η φύση, π.χ. την αρρώστια, το σεισμό, την πλημμύρα, το άλλο το προκαλεί ο άνθρωπος. Το κακό ή το κακούργημα, που προκαλεί ο άνθρωπος είναι ηθικό κακό ή κακούργημα.  Και όπου υπάρχει κακούργημα υπάρχει και κακούργος. Αυτός που έχει πράξει το κακούργημα είχε τη δυνατότητα να μη λειτουργήσει κακουργηματικά.
Αυτό το σκεπτικό του Λάιμπνιτς πράγματι είναι αξεπέραστο και ισχύει παντού όπου οι άνθρωποι συμφωνούν, περίπου,  για το τι είναι καλό και τι είναι κακό, ακόμα και όταν πράττουν το κακό. Όμως, σε ένα πράγμα έχει δίκιο η Άρεντ.  Όντως,  αναφερόμενοι στη δίκη – Άιχμαν, μιλούμε για έναν κόσμο στον οποίο  η ηθική είχε καταρρεύσει απόλυτα στην καρδιά της Ευρώπης. Στην πολυαναφερόμενη συνομιλία του Μπουένος Άιρες ο Άιχμαν ονόμασε τον εαυτό του «ιδεαλιστή». Αυτός δεν είναι ο υποτελής  γραφειοκράτης τον οποίο η Άρεντ είχε δει στον Άιχμαν, που για την καριέρα του αναλαμβάνει να κάνει οτιδήποτε, αλλά η μαρτυρία ενός φανατικού που θεωρεί ως τη μόνη δίκαιη υπόθεση τη δική του υπόθεση την οποία έχει αναλάβει.   
Γιατί η Άρεντ είχε δει στον Άιχμαν έναν τέτοιο γραφειοκράτη;  Αυτό που της ξέφυγε ήταν ακριβώς ο «ιδεαλισμός» του Άιχμαν. Ένας τέτοιος ιδεαλισμός είναι λειτουργικός, δηλαδή είναι ισχυρό κίνητρο, όσο είναι παρόν, ζει μέσα του το ιδεώδες και τον κυριεύει. Στο περιβάλλον που κινούνταν ο Άιχμαν στο Μπουένος Άιρες όλοι ζούσαν μέσα στο φαύλο κύκλο του ειδώλου- Χίτλερ. Γι’ αυτούς καλό ήταν ότι θεωρούσε καλό ο Φύρερ. Όμως στα Ιεροσόλυμα (όπου έγινε η δίκη- Άιχμαν – Θ.Β.) δεν υπήρχε αυτό το περιβάλλον. Ο Άιχμαν είχε απωλέσει τη συγκαταβατική ματιά του ειδώλου που ενέκρινε όλα όσα έκανε. Γι’ αυτό μπορούσε να δημιουργήσει (σε όποιον τον έβλεπε- Θ.Β.) την εντύπωση  του γραφειοκράτη.
Ο κακούργος που το είδωλό του είναι ο άλλος, όντως δεν είναι δαιμονικός, διότι χάνοντας το είδωλό του  χάνει το ηθικό του μέτρο, αδειάζει .Όταν ένας άνθρωπος δρα σύμφωνα με έναν ιδεολογικά κατασκευασμένο ηθικό κανόνα, τότε ως αποτέλεσμα αυτής της κανονικότητας, δεν  ξέρει τι έκανε και γιατί το έκανε. Σε μικρές υποθέσεις αυτό το έχουμε δει να επαναλαμβάνεται χιλιάδες φορές. Εδώ –επαναλαμβάνω-  δεν μπορεί να γίνει λόγος για δαιμονικό άτομο. Δαιμονικός είναι εκείνος που ακόμα και αντιμέτωπος με το θάνατο αποδέχεται το έγκλημά του, ταυτίζεται μ’ αυτό, μάλιστα το υπερασπίζεται με πείσμα. Οι περισσότεροι κακούργοι δεν είναι δαιμονικοί, είναι οπορτουνιστές. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τον καριερισμό ή με άλλα προσωπικά κίνητρα. Ο Μάκμπεθ ήθελε την εξουσία, ο Γιάγκο ήταν καριερίστας, όμως κι’ οι δυο ήταν δαιμονικοί. Η Λαίντη Μάγπμεθ δεν ήταν δαιμονική, όμως δεν ήταν λιγότερο κακούργα από τον άνδρα της. Το έγκλημά της δεν ήταν μπανάλ και η ίδια δεν ήταν μπανάλ. Άρα, ο Άιχμαν τον οποίο  μπορούσε να δει κανείς στο εδώλιο του κατηγορούμενου δεν ήταν ο ίδιος Άιχμαν που εξευτέλισε τα μέλη του Εβραϊκού Συμβουλίου ( στη Βουδαπέστη- Θ.Β.) και μετά διεύθυνε την έφοδο συγκέντρωσης και μεταφοράς των Ούγγρων εβραίων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Άρεντ δημιούργησε το πορτρέτο του Άιχμαν που καθόταν στο εδώλιο του κατηγορούμενου. Αυτό, εν μέρει, ήταν το αποτέλεσμα και το κίνητρο για το λαθεμένο – κατά την άποψή μου- φιλοσοφικό της κονσέπτ για τον κακούργο.
Η Άρεντ θέλησε να καταλάβει τη μορφή του κακούργου όχι από τη διάνοιά του, αλλά από την έλλειψη διάνοιας, από την υστέρησή της. Και ήταν στιγμές που θέλησε να συνδέσει υποχρεώσεις του κακούργου με την έλλειψη διάνοιας.  Είναι δυνατό, βέβαια, να συνδέσει κανείς τη μαζική ιδεολογική επίδραση των ολοκληρωτικών κοινωνιών με την έλλειψη διάνοιας. Όσοι δεν σκέφτονται για τίποτα, αποδέχονται άκριτα τις προσφερόμενες ιδεολογίες ως αλήθειες. Όμως, η ιδεολογία με βάση ή με τη βοήθεια της οποίας (άνθρωποι – Θ.Β.) προχωρούν σε γενοκτονίες απαιτεί σκέψη, μάλιστα, θα έλεγα ότι απαιτεί ορθολογική σκέψη. Δεν υπάρχει μίσος, μαζική υστερία που να ζητά τόσο πολλά θύματα όσα ζητά ο διεστραμμένος νους. Ο σφαγιασμός εκατομμυρίων ανθρώπων είναι δυνατός μόνο πάνω σε ορθολογική βάση. Αν πιστεύαμε ότι οι εφευρέτες του SOA (ολοκαύτωμα) ό,τι έκαναν το έκαναν υποτασσόμενοι σε μια σκηνοθεσία ή από μίσος, όχι μόνο κάνουμε λάθος, αλλά χάνουμε και την προγνωστική μας ικανότητα. Ο διάβολος σήμερα δεν έχει ουρά, όμως εξακολουθεί να είναι διάβολος. Επαναλαμβάνω: πηγή του διαβόλου σήμερα είναι ο διεστραμμένος νους. Ο σύγχρονος μαζικός εγκληματίας είναι πεπεισμένος για τον ιδεαλισμό του, δηλαδή πιστεύει ότι εκτελεί το καθήκον του ή ακόμα ότι, όπως ο Άιχμαν, ακολουθεί τη λάθος ερμηνευμένη κατηγορική προσταγή. Η επίδραση του σύγχρονου κακούργου έχει να κάνει με την α–νοησία (έλλειψη διάνοιας – Θ.Β) και το μίσος. Αυτό είναι σωστό. Όμως, η πηγή του δεν πρέπει να αναζητηθεί εδώ. Θα πρόσθετα, παρενθετικά, ότι συχνά η α-νοησία  είναι πηγή του καλού. Αυτό το γνώριζε καλά ο Χίμλερ όταν σε μια ομιλία του στα Ες Ες τους είπε να μην ακούν την εσωτερική τους φωνή της λύπης και της συμπάθειας, διότι πρέπει να σκοτώνουν.
Η  Άρεντ, χωρίς να κατονομάσει το Λούκατς (στη συνέντευξή της στον Koch) αναφέρθηκε κριτικά σε μια σκέψη του Λούκατς. Είναι λάθος, είπε, η θεωρία που συνδέει το ναζισμό με το πνευματικό παρελθόν της Γερμανίας και της Ευρώπης. Αν αναζητήσουμε την πηγή του κακούργου στην α–νοησία, τότε αυτή η κριτική είναι βάσιμη. Αν, όμως,  αναζητήσουμε την πηγή του κακούργου σε μια λογικά καλά στοιχειοθετημένη ιδεολογία, που υποστηρίζεται από επιχειρήματα, τότε αυτή η κριτική σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί βάσιμη.
Ο Λούκατς σε ένα ιδιαίτερα άδικο και κακό βιβλίο του  (Η εκθρόνιση του νου)* είδε σωστά, νομίζω, ένα πράγμα. Ότι στην ευρωπαϊκή κουλτούρα και ειδικότερα στη Γερμανία φιλοσοφικές σκέψεις  επηρέασαν σε ολοένα και μεγαλύτερο βαθμό  τη γερμανική διανόηση καθιστώντας την ανυπεράσπιστη απέναντι στην επίδραση της ναζιστικής ιδεολογίας.
Λοιπόν, η φιλοσοφία ήταν πάντα, και εξακολουθεί να είναι, επικίνδυνη για τους  τυράννους, επικίνδυνη για τις κυρίαρχες αξίες.  Η αμφισβήτηση του παραδοσιακού ηθικού και αξιακού συστήματος, η αντιμετώπισή του, ενίοτε ακόμα και ως αντικείμενο γελοιότητας, αποτελεί διανοητική αξία και κατάκτηση της ηθικής κριτικής που άσκησαν οι ριζοσπαστικές φιλοσοφίες του 20-ου αιώνα. Όμως, αν ο Νους αμφισβητήσει τη νομιμότητα του υπάρχοντος, πως μπορούμε να είμαστε προετοιμασμένοι να αντισταθούμε στον πειρασμό του διεστραμμένου νου; Εξάλλου, σε τι συνίσταται αυτή διαστροφή; Γιατί ονομάζω ιδεολογία τα προϊόντα του διεστραμμένου νού;
Η Άρεντ, αναφερόμενη στην υπόθεση- Άιχμαν είπε ότι στην καρδιά της Ευρώπης επήλθε η ολοκληρωτική ηθική κατάρρευση. Πως μπορεί να παρεμποδιστεί η επανάληψή της στο μέλλον-  αν αυτό είναι δυνατό; 
 Σε τι συνίσταται η διαστροφή του νού; 
Δεν έχει δίκιο η Άρεντ όταν λέει ότι ο Άιχμαν  έγινε κακούργος επειδή δεν σκέφτονταν. Κι, όμως, στα λεγόμενά της υπάρχει  αλήθεια.  Ο νους διαστρέφεται όταν αυτό που σκέφτεται το διακηρύττει ως απόλυτη αλήθεια και συγχρόνως προβάλλει την εφαρμογή της ως ηθικό καθήκον. Θα μπορούσατε να ρωτήσετε, ποιο το νέο σε όλα αυτά, αφού έτσι σκεφτόταν κάθε φανατικός  σε πολλές περιόδους της ευρωπαϊκής ιστορίας. Όμως, όσα εγκλήματα κι αν έχουν κάνει οι φανατικοί, όσο κι αν έχει άδικο ο Ντεκάρτ, λέγοντας ότι ο φανατισμός είναι η μόνη κακή ιδιότητα του ανθρώπου, που δεν έχει καμιά καρποφορία, είναι άγονος, δεν πρόκειται για το ίδιο πράγμα. Αυτό είναι έτσι ακόμα κι αν έχει διαβαθμίσεις.
Στις παραδοσιακές κοινωνίες υπάρχουν παραδοσιακά  συστήματα. Οι ιδέες ήταν συλλογικές, δεν ήταν επινοημένες.    Και δεν διεκδικούσαν την αξίωση ότι είναι απόλυτα νέες, ριζοσπαστικές ιδέες. Αντίθετα, οι ιδεολογίες είναι προσανατολισμένες προς το μέλλον, υπόσχονται το νέο. Ο νους αντιπαρατίθεται στη χρησιμοποίηση του παραδοσιακού. Αυτό είναι σωστό για κάθε φονταμενταλισμό. Διότι, ο φονταμενταλισμός υπάρχει μόνο εκεί  όπου λείπουν τα παραδοσιακά θεμέλια, όπου οι παλιές  αξίες λειτουργούν χωρίς την απόλυτη αντιπαράθεσή τους με το παρόν. Ο φονταμενταλισμός είναι ιδεολογία – και ο σημερινός θρησκευτικός φονταμενταλισμός.
Πως μπορεί να γλυτώσει ο κόσμος από μια νέα ηθική κατάρρευση; Έτσι, όπως γλύτωσε από έναν νέο φονταμενταλισμό. Και πως μπόρεσε να γλυτώσει από ένα νέο φονταμενταλισμό; Όχι με την απαγόρευσή του, αλλά με την οικοδόμηση θεσμών που προσιδιάζουν στο σύγχρονο κόσμο. Μιλώ εδώ βέβαια για θεσμούς που εγγυώνται την ελευθερία της αντίληψης, της σκέψης, του τύπου, δημιουργώντας το σύγχρονοι πεδίο μιας αφηρημένης, όμως υπαρκτής αντι–δύναμης, καθιστώντας αδύνατη την απρόσκοπτη  διάδοση της μονολιθικής ιδεολογίας.
Για το προβλεπτό μέλλον η δίκη – Άιχμαν ποτέ δε θα έχει τέλος. Σε ένα (ηθικά αξιακά-Θ.Β.) αθεμελίωτο κόσμο, ξανά και ξανά θα επανεμφανίζονται φονταμενταλιστικές ιδεολογίες και πάντα θα βρίσκουν επιχειρήματα για την επιβεβαίωση των αληθειών τους. Τίποτα δεν επαναλαμβάνεται όπως είχε συμβεί, όμως, - για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα της θεολογίας- η πηγή δύναμης του κακού είναι ίση με εκείνη του καλού, Αυτό καμιά πρόοδος δεν πρόκειται να το αλλάξει. Δυνητικά δεν μπορούμε να εξοβελίσουμε από τον κόσμο μας τους Άιχμαν – που είναι αρκετά πολλοί-, όμως μπορούμε να τους απομονώσουμε. Αυτά για το βιβλίο της Άρεντ για τον Άιχμαν στο οποίο εκθέτει την άποψή της  για την πεζότητα (banalité) του κακούργου. 
---------------------------------
  Αυτή η πραγματεία ειπώθηκε με τη μορφή ομιλίας στη συνδιάσκεψη – Άιχμαν που οργάνωσε το Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του πανεπιστημίου Έτβες Λόραντ της Βουδαπέστης μαζί με το ίδρυμα Mensch στις  15/4/ 2011. Δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους.


* Το βιβλίο αυτό έχει διχάσει του Ούγγρους φιλοσόφους, μελετητές του έργου του Λούκατς Αυτό ήταν σαφές στο σεμινάριο για τους υποψήφιους διδάκτορες φιλοσοφίας που οργάνωσε το πανεπιστήμιο της πόλης  Pécs (Ιούνιος 2005) με αντικείμενο ακριβώς αυτό το έργο του (τα υλικά του σεμιναρίου αυτού έχουν εκδοθεί). Πάντως όλοι συμφώνησαν ότι ο προβληματισμός αυτού του βιβλίου είναι επίκαιρος. Η Χέλλερ, που συμμετείχε, με εισήγηση, σ αυτό το σεμινάριο, συνέστησε σε όλους να το διαβάσουν -  απευθυνόμενη βέβαια και στους φοιτητές.  Θ.Β.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΙΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΩΝ

Η «ΣΠΙΘΑ» άναψε για τη Νέα Ελλάδα
Ο Μίκης Θεοδωράκης, στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Μιχάλη Κακογιάννη, άναψε χθες (1 Δεκεμβρίου 2010) τη «ΣΠΙΘΑ» του ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΟΥΡΓΟΥ ΠΥΡΟΣ για ΤΗ ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ.
Κώστας Τσιαντής


«…ανέστιος ειν’, που χαίρεται αν ξεσπάσει
ανάμεσα σε φίλους και δικούς ξέφρενη αμάχη.»
Όμηρος (Ι, 63-64)


Του Ηλία Σιαμέλου (Από antibaro 7/12/2010)

Όντας περαστικός, είπα, το βλέφαρό μου για λίγο ν’ ακουμπήσω στου διαδικτύου τις φιλικές ιστοσελίδες! Να δω τα εκθέματα της σκέψης των πολλών, ν’ ακούσω τις ιαχές τους. Όμως άλλα είδαν τα μάτια μου στο θαμποχάρακτο κατώφλι τους. Ο ένας κρατάει την πύρινη ρομφαία, ο άλλος κοντάρια και παλούκια και πιο πέρα ο φίλος τρίβει την τσακμακόπετρά του, εκεί απόκοντα, στις νοτισμένες αναφλέξεις του συστήματος.
-Ω, είπα, ω θεληματάρικα παιδιά, που παίζετε κρυφτό, στα πιο ρηχά σοκάκια ενός εξωνημένου καθεστώτος. Κύματα, κύματα έρχονται τα λόγια σας με θόρυβο και φεύγουν. Δεν έχουν φτερά, δεν έχουν μέσα τους τούς ήχους των πονεμένων.
Μόνο να, κατηγόριες, κατηγόριες, και λόγια επικριτικά από ανθρώπους που εμφανίζονται σαν οι μοναδικοί κάτοχοι της αλήθειας. Κι όλα αυτά, τούτη τη μαύρη ώρα της γενικευμένης υπνογένειας! Δε μπορεί, είπα, κάπου θα υπάρχει η συζυγία των ψυχών, κάπου το πάρτι της στενοποριάς θα πάρει τέλος.
Μα τι θέλω να πω; Για ποιο πράγμα τόση ώρα τσαμπουνάω; Ναι, ναι, μα για του λύκου το χιονισμένο πέρασμα μιλάω ! Μια κίνηση έκανε ο Μίκης Θεοδωράκης και πέσανε όλοι πάνω του για να τον φάνε. Και δε ρίχτηκαν πάνω του οι οχτροί, δεν όρμησε πάνω του της Νέας Τάξης η αρμάδα. Όρμησε το ίδιο το περιοδικό «Ρεσάλτο»! Όρμησε το μετερίζι εκείνο που στις σελίδες του την άστεγη ψυχή μας τόσα χρόνια είχαμε αποθέσει!

Είμαι στο Κοιμητήριο, δίπλα στον τάφο της γυναίκας μου. «Ερευνώ πέρα τον ορίζοντα και, σκύβοντας προσπαθώ με τα δάχτυλα να καθαρίσω την πλάκα του τάφου νάρθει ν’ ακουμπήσει η σελήνη…»*. Ναι, εκείνη μου το έλεγε: Πρόσεχε, πρόσεχε τον κόσμο μας. Πρόσεχε τους ανθρώπους, ενώ μου απάγγελνε με δάκρυα τους στίχους του αγαπημένου της ποιητή : «Αυτός αυτός ο κόσμος /ο ίδιος κόσμος είναι… Στη χάση του θυμητικού / στο έβγα των ονείρων … Αυτός ο ίδιος κόσμος / αυτός ο κόσμος είναι. Κύμβαλο κύμβαλο / και μάταιο γέλιο μακρινό!»…**
Σκέφτομαι, σκέφτομαι κι άκρη δε βρίσκω. «Τελικά αυτή η άμυνα που θα μας πάει, σαν μας μισήσουνε κι’ οι λυγαριές;»** *

Ναι, στο τέλος θα μισήσουμε τον ίδιο μας το εαυτό ή θα τρελαθούμε. Δε γίνεται τη μια μέρα να βάζεις στο εξώφυλλο του «Ρεσάλτο» τη φωτογραφία του Μίκη και την άλλη βάναυσα να τον λοιδορείς. Δε γίνεται τη μια μέρα να ελπίζεις στο φως και την άλλη να γουρουνοδένεσαι με το σκοτάδι. Δε γίνεται τη μια μέρα να προβάλλεις τις απόψεις του και την άλλη να τον ταυτίζεις με τη …Ντόρα!
Είναι αυτή η θαμπούρα απ’ την κακοσυφοριασμένη αιθάλη της Αθήνας που επηρεάζει ανθρώπους και αισθήματα; Είναι η πωρωμένη σκιά του Στάλιν που κατευθύνει ακόμη και σήμερα την εγκληματική παραλυσία των όντων;

Δεν έχω πρόθεση να ενταχτώ στο κίνημα του Θεοδωράκη. Όμως δε μπορώ να πω ότι δε χαίρομαι, όταν ακούω να ξεπετάγονται σπίθες μέσα από τα σπλάχνα της κοινωνίας, είτε αυτές προέρχονται από απλούς ανθρώπους ή από ανεμογέννητους προλάτες πρωτοπόρους. Φτάνει αυτές οι σπίθες να ανάψουν φωτιές, για να καεί τούτο το σάπιο καθεστώς, τούτη η παπανδρεοποιημένη χολέρα. Αν εμείς οι ξεπαρμένοι «κονταροχτυπιόμαστε» μέσα στης πένας τη χλομάδα κι είμαστε ανίκανοι ν’ ανάψουμε μια σπίθα στου καλυβιού μας τη γωνιά, ας αφήσουμε τουλάχιστον κάποιες περήφανες ψυχές να κάνουν αυτό που νομίζουν καλύτερα. Ας μην σηκώνουμε αμάχες κι ας μην πετάμε ανέσπλαγχνες κορώνες, όταν κάποιο κίνημα είναι ακόμη στα σπάργανα και δεν έχει δείξει το πρόσωπό του. Εκτός κι αν η μικρόνοιά μας ενοχλήθηκε, όταν ο Μίκης κάλεσε επίσημα τους Ανεξάρτητους πολίτες σε ΑΝΥΠΑΚΟΗ – ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, σε κυβερνητικά ή μη σχέδια, που Ηθικά, Εθνικά, Δημοκρατικά, Ιστορικά, κατατείνουν στην υποτέλεια του Ελληνισμού.

Όμως, παρά το αλυσόδεμα, παρά τα μύρια δεινά που μας σωρεύουν, τούτος ο βράχος, που λέγεται Ελλάδα, εκπέμπει την κραυγή του. Και οι κραυγές του Μίκη, και οι κραυγές χιλιάδων αγωνιστών, όποιου χρώματος και νάναι, σε πείσμα κάθε ψωροκύβερνου, σε πείσμα κάθε καθεστωτικού βαρδιάνου, κάποια στιγμή θα ενωθούν, κάποια στιγμή στον άνεμο θα ανεβούν, για ν’ ακουστούν, να πιάσουν τόπο. Γιατί «κι ένας που έχει μυαλό νήπιου καταλαβαίνει, πως τώρα η Ελλάδα στην άκρα του άπατου γκρεμού κοντοζυγώνει»****

* Νίκος Εγγονόπουλος
** Οδυσσέας Ελύτης, «Το Άξιον Εστί»
*** Νίκος Εγγονόπουλος
****Όμηρος (Η, 379-482) , παράφραση.

ΑΝΟΙΧΤΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ- ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΜΙΚΗ

ΑΡΝΗΣΗ: ΣΕΦΕΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΠΛΑΤΕΙΑ - Άμεση Δημοκρατία (Real Democracy)